Ειδήσεις - νέα από την Χαλκίδα και την Εύβοια | Eviaportal.gr
Με άρθρο του στο περιοδικό Foreign Affairs (τεύχος Νοεμβρίου), ο υποψήφιος διδάκτωρ Γιάννης Μανώλης συγκρίνει τις περιπτώσεις της Ιταλίας και της Ελλάδας, επιχειρηματολογώντας σχετικά με τις ευκαιρίες που δημιουργούνται για τα έθνη στις «κρίσιμες στιγμές», όπως είναι η παρούσα κρίση που βιώνει η χώρα μας, αλλά και για τον ρόλο των βαθιά ριζωμένων κοινωνικών συνηθειών.
Γιάννης Μανώλης
Γιάννης Μανώλης

Το eviaportal.gr αναδημοσιεύει, σε 3 μέρη το πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Γιάννη Μανώλη.

1ο Μέρος: Ελλάδα - Ιταλία, δύο χώρες με βαθιά ριζομένες κοινωνικές συνήθειες

Η ιστορική τροχιά της κρίσης εμπιστοσύνης σε Ελλάδα και Ιταλία.
Με άρθρο του στην ελληνική έκδοση του Foreign Affairs ο Ιταλός αρθρογράφος της εφημερίδας La Stampa, Gianni Riotta, επιχειρεί να εξηγήσει το παράδοξο της αποδοχής που απολαμβάνει ο πρώην πρωθυπουργός της χώρας, Σίλβιο Μπερλουσκόνι, παρά τα συνεχιζόμενα ροζ σκάνδαλα και την καταδίκη του, σε ένα χρόνο φυλάκιση, για φορολογική απάτη.

Ο Riotta, λοιπόν, θεωρεί ότι ο βασικός λόγος, που το ¼ των Ιταλών συνεχίζει να στηρίζει τον Μπερλουσκόνι, είναι η σταθερή θέση που κρατάει ο τελευταίος απέναντι στο καθεστώς υψηλής φορολογίας. Οι υποστηρικτές του πρώην Ιταλού πρωθυπουργού πιστεύουν ότι το πολιτικό και νομικό σύστημα της χώρας, και ειδικά ο φορολογικός κώδικας, στρέφεται εναντίον τους.

Στην Ελλάδα, από την άλλη μεριά, παρατηρείται μία διαρκής απαξίωση των παραδοσιακών δυνάμεων εξουσίας και στροφή προς τις ακραίες λύσεις. Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι η ηγεσία και αρκετά στελέχη της Χρυσής Αυγής βρίσκονται στη φυλακή, με τις κατηγορίες σύστασης εγκληματικής οργάνωσης, το ναζιστικό μόρφωμα συνεχίζει να απολαμβάνει της αποδοχής σημαντικού μέρους των πολιτών και να έρχεται τρίτο στις δημοσκοπήσεις.

Στο συγκεκριμένο άρθρο υποστηρίζουμε ότι τα παραπάνω φαινόμενα μπορούν να αναλυθούν, σε ικανοποιητικό βαθμό, αν συμπεριλάβουμε στην ανάλυση μας τον παράγοντα της χαμηλής εμπιστοσύνης των πολιτών προς θεσμούς και πολιτικό προσωπικό. Ο χαμηλός βαθμός εμπιστοσύνης και το περιορισμένο κοινωνικό κεφάλαιο, αποτελούν συστημικά χαρακτηριστικά των δύο περιπτώσεων και σχετίζονται με τη λειτουργία τόσο των επίσημων όσο και των ανεπίσημων θεσμών, οι οποίοι είναι εμπεδωμένοι στο σύστημα και ιστορικά προκαθορισμένοι.  

Οι Acemoglu και Robinson (2012), στην εξαιρετική μελέτη τους “Γιατί αποτυγχάνουν τα κράτη”, υποστηρίζουν ότι οι θεσμοί αποτελούν καθοριστικό παράγοντα ευημερίας ή αποτυχίας μίας πολιτείας. Οι συγγραφείς με τον όρο «θεσμοί» αναφέρονται στους «κανόνες του παιχνιδιού», οι οποίο καθορίζουν τη λειτουργία των κυβερνήσεων και της αγοράς, τη λογοδοσία των πολιτικών προς τους πολίτες, τα κίνητρα που δίδονται στους δρώντες για να επενδύσουν, να αποταμιεύσουν και να καινοτομήσουν.     

Συνεπώς, η ποιότητα και η λειτουργία των πολιτικών και οικονομικών κανόνων είναι πολύ πιο σημαντικοί παράγοντες από τη γεωγραφική θέση, το πολιτισμικό υπόβαθρο ή την άγνοια, προκειμένου να ευημερήσει μία κοινωνία. Σύμφωνα με την προσέγγιση τους, οι θεσμοί διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: α) τους συμμετοχικούς (inclusive) και τους απομυζητικούς (extractive). 

Είτε πρόκειται για τους πολιτικούς είτε για τους οικονομικούς, η πρώτη κατηγορία αναφέρεται στους πλουραλιστικούς θεσμούς, οι οποίοι προωθούν την κοινωνική ενσωμάτωση και επιχειρούν να εξασφαλίσουν ίσους όρους ανταγωνισμού για τους δρώντες, ενώ οι απομυζητικοί έχουν σχεδιαστεί και λειτουργούν προς όφελος των λίγων και εις βάρος του συνόλου, καθώς απομυζούν πόρους από τους πολλούς. Τα κράτη που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία έχουν περισσότερες πιθανότητες ευημερίας.

Η ανάλυση των Acemoglu και Robinson, παρά το γεγονός ότι το εγχείρημα τους είναι αξιοθαύμαστο καθώς εξετάζουν εις βάθος πολλές περιπτώσεις σε ένα ευρύ ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο, αποτελεί τη μία όψη του νομίσματος. Η άλλη όψη, που είναι εξίσου σημαντική με την ύπαρξη συμμετοχικών θεσμών, έχει να κάνει με το κατά πόσο εφαρμόζονται και τηρούνται οι επίσημοι κανόνες. Και εδώ η παρουσία και λειτουργία των ανεπίσημων θεσμών παίζει καθοριστικό ρόλο, και ιδιαίτερα σε χώρες που το πολιτισμικό τους υπόβαθρο έρχεται σε σύγκρουση με τους επίσημους κανόνες. Σε περιπτώσεις δε όπως η Ελλάδα, η οποία στερείται και αξιόπιστων μηχανισμών επιβολής και ελέγχου, το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο.

Όπως εύστοχα υπογραμμίζει ο North (1990), το γεγονός ότι οι ανεπίσημοι περιορισμοί είναι σημαντικοί καθ’ εαυτοί - και όχι απλά ως προσθήκες στους επίσημους κανόνες - μπορεί να παρατηρηθεί από το ότι οι ίδιοι επίσημοι κανόνες και/ή Συντάγματα που επιβάλλονται σε διαφορετικές κοινωνίες παράγουν διαφορετικά αποτελέσματα. Η συγκεκριμένη θέση βρίσκει ευρεία εφαρμογή στους κόλπους της ΕΕ, όπου ίδιοι επίσημοι κανόνες οδηγούν σε απόκλιση, αντί για σύγκλιση, κράτη – μέλη με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές. Ακόμη δε πιο εκκωφαντικός είναι ο ρόλος των ανεπίσημων περιορισμών στο εσωτερικό αναπτυγμένων χώρων, με συμμετοχικούς πολιτικούς και οικονομικούς κανόνες, όπως στην περίπτωση της Ιταλίας, όπου η αποτελεσματικότητα τους και η συμμόρφωση των πολιτών προς αυτούς, ανάμεσα σε Βορρά και Νότο, διαφέρει σημαντικά.

Ο οικονομολόγος Vito Tanzi (2012) ρίχνει φως σε αυτή την υπόθεση, υπογραμμίζοντας πώς κρίσιμες στιγμές στην ιστορία ενός κράτους μπορούν να προκαθορίσουν την τροχιά του για πολλά χρόνια. Η ανάπτυξη της Ιταλίας ήταν προκαθορισμένη από το πρώτο βήμα και υπαγορευμένη από τις περιστάσεις της γένεσης της. Οι πόλεμοι για την ενοποίηση βύθισαν το Πιέντμοντ σε τεράστια χρέη. Για να εξυπηρετήσει αυτά τα χρέη, το Τορίνο επέβαλε υψηλούς φόρους στις λιγότερο χρεωμένες περιοχές του νέου Βασιλείου και εξήγαγε τη γραφειοκρατία της, που ήταν αρκετά συγκεντρωτική προκειμένου να μαζέψει τους φόρους. Η νότια Ιταλία είδε την πολιτική ενοποίηση περισσότερο ως κατοχή παρά ως απελευθέρωση. Το νέο Κράτος πάλευε, από την πρώτη στιγμή, με μία αναποτελεσματική γραφειοκρατική διοίκηση, επιλεκτική εφαρμογή του νόμου, υψηλούς βαθμούς φοροδιαφυγής και διαφθοράς. Μία κληρονομιά την οποία ουσιαστικά η Ιταλία ποτέ δεν κατάφερε να αποτινάξει από πάνω της. Συνεπώς στην Ιταλία, όπως και στην Ελλάδα, η ιστορική εξέλιξη των θεσμών έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη μετέπειτα πορεία τους.

Το αίσθημα της αδικίας, προερχόμενο από τη φαυλότητα και την επιλεκτική χρήση των νόμων, διαμόρφωσε τις βασικές αξίες των κοινωνιών και τη δημιουργία «εχθρικών» νοοτροπιών απέναντι στο κράτος και την εξουσία. Τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά εξακολουθούν να υφίσταται μέχρι σήμερα, καθώς έννοιες όπως η οικογένεια ή/και η ομάδα θεωρούνται σημαντικότερες από το κοινό καλό και την προάσπιση του. Οι κανόνες προσεγγίζονται περισσότερο ως άδικοι εκ των προτέρων, παρά ως απαραίτητα εργαλεία που ρυθμίζουν την ανθρώπινη αλληλεπίδραση. Επομένως, μεγάλο μέρος της κοινωνίας κατανοεί, αν δεν επικροτεί, τους παραβάτες, αντί να στέκεται επικριτικά απέναντι τους.   

2ο μέρος - Κρίσιμες συγκυρίες: συνέχεια ή αλλαγή;




Κάνε το δικό σου σχόλιο

Όνομα
Email (δεν θα εμφανίζεται)
Σχόλια (δεν θα δημοσιεύονται σχόλια με διευθύνσεις προς άλλους ιστότοπους)
* Η συμπλήρωση όλων των πεδίων της φόρμας είναι υποχρεωτική.

Αρχή της σελίδας