Ειδήσεις - νέα από την Χαλκίδα και την Εύβοια | Eviaportal.gr
Το Eviaportal αναδημοσιεύει το 2ο μέρος του άρθρου του Γιάννη Μανώλη στο περιοδικό Foreign Affairs για την κρίση σε Ιταλία και Ελλάδα.
Γιάννης Μανώλης
Γιάννης Μανώλης

Σε συνέχεια του πρώτου μέρους του άρθρου για την κρίση εμπιστοσύνης σε Ελλάδα και Ιταλία με θέμα "Ελλάδα - Ιταλία, δύο χώρες με βαθιά κοινωνικές συνήθειες" αναδημοσιεύουμε το 2ο μέρος "Κρίσιμες συγκυρίες: συνέχεια ή αλλαγή;"

Για την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου μοντέλου θεσμών, κρίνεται απαραίτητο να ερευνήσουμε σε βάθος τα δομικά χαρακτηριστικά των ανεπίσημων περιορισμών, των επίσημων κανόνων και της επιβολής, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο όλα αυτά αλληλεπιδρούν και εξελίσσονται (North, 1990).  Το θεωρητικό πλαίσιο του «ιστορικού θεσμισμού» αποτελεί ένα χρήσιμο αναλυτικό εργαλείο για τις περιπτώσεις της Ελλάδας και της Ιταλίας.

Το γεγονός ότι προσεγγίζουν τους θεσμούς ως εμπεδωμένους, και όχι απλά ως επιφαινόμενα των δρώντων, μας διευκολύνει να κατανοήσουμε την αδράνεια και την αποτυχία των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, παρά τις ισχυρές εξωτερικές πιέσεις, καθώς και το ρόλο που διαδραματίζουν οι «κρίσιμες συγκυρίες» για την αλλαγή παραδείγματος. Η συνύπαρξη επίσημων και ανεπίσημων διαδικασιών μας βοηθάει, επίσης, να ερμηνεύσουμε γιατί η επιβολή νέων επίσημων κανόνων συναντάει μεγάλες αντιδράσεις από τις ανεπίσημες πρακτικές, που τις περιορίζουν ή/και τις ακυρώνουν αρκετές φορές στο στάδιο της εφαρμογής.

Η ιστορική εξέλιξη των θεσμών παίζει κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση των αντιλήψεων και των συμφερόντων των δρώντων. Άλλωστε, η σημαντικότερη συνεισφορά του συγκεκριμένου πλαισίου είναι ότι επικεντρώνεται στο πώς παλαιότερες αποφάσεις για το σχεδιασμό των θεσμών επηρεάζουν τις τωρινές ή μελλοντικές αποφάσεις των ατόμων (Lowndes, 2002). Η εστίαση στο χρόνο, στη χρονική στιγμή και στο ρυθμό της εξέλιξης, προσφέρει μία πλούσια εργαλειοθήκη εννοιών όπως «τροχιά εξάρτησης», «κρίσιμες στιγμές», και «κρίσιμες συγκυρίες» (Λαδή, 2011). 

Από τη στιγμή που οι θεσμοί εγκαθίστανται, η χώρα μπαίνει σε συγκεκριμένη «τροχιά εξάρτησης». Οι θεσμοί, πλέον, καθοδηγούν την εξέλιξη των πολιτικών διαδικασιών πάνω σε αυτές τις «τροχιές» (Featherstone and Papadimitriou, 2008). Η τροχιά αποτελεί έναν τρόπο να στενέψουμε νοητικά το σύνολο των επιλογών και να συνδέσουμε τη λήψη αποφάσεων διαχρονικά (North, 1990). Η προκαθορισμένη πορεία καθιστά το κόστος αλλαγής υψηλό και οι εξωτερικές οικονομίες, η διαδικασία μάθησης των οργανώσεων και το ιστορικής προέλευσης υποκειμενικό μοντέλο των δρώντων, ενισχύουν τη συγκεκριμένη τροχιά.

Η πορεία αυτή, όπως προαναφέρθηκε, μπορεί να διακοπεί από μία «κρίσιμη στιγμή», κατά την οποία παρουσιάζεται μια ευκαιρία για ριζοσπαστική αλλαγή. Αν οι δρώντες αδράξουν την ευκαιρία, δημιουργήσουν τις κατάλληλες συνθήκες και προχωρήσουν σε σημαντικές θεσμικές μεταβολές, τότε η ιστορία μπορεί να αλλάξει κατεύθυνση και να οδηγήσει τη χώρα σε νέα «τροχιά εξάρτησης». Η «κρίσιμη συγκυρία», συνεπώς, αναφέρεται σε εκείνη τη χρονική στιγμή, όπου η θεσμική πορεία αλλάζει και έχει μακροπρόθεσμη επίδραση στη χώρα.

Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα αν η αλλαγή θα είναι επαυξητική ή ριζική. Και αυτό για δύο κύριους λόγους. Πρώτο, διότι κανείς δεν μπορεί να προδικάσει τα γεγονότα, καθώς υπάρχει πάντα ο αστάθμητος παράγοντας στην ιστορία και, δεύτερο, επειδή οι ραγδαίες μεταβολές στους επίσημους κανόνες πρέπει να συνδυαστούν με σημαντικές αλλαγές στις ανεπίσημες πρακτικές, οι οποίες τις περισσότερες φορές ακολουθούν τη δική τους λογική ή/και αλλάζουν με αργότερο ρυθμό.

Εξετάζοντας την περίπτωση της Ελλάδας, το πρώτο πράγμα που χρίζει υπογράμμισης είναι ότι στη θεσμική εξέλιξη της χώρας παρατηρούνται κρίσιμες καμπές στην ιστορία της. Ωστόσο, παρά τις όποιες προσπάθειες για ριζοσπαστικές θεσμικές μεταβολές, ο σκληρός πυρήνας των αντιλήψεων, προερχόμενες από το πολιτισμικό υπόβαθρο, παραμένει σταθερός ή αλλάζει με πολύ αργό ρυθμό. "Αν οι πρώιμες θεσμικές μεταρρυθμίσεις εισήγαγαν τυπικά σύγχρονες φιλελεύθερες κοινωνικές δομές, ο πρακτικός Λόγος παραμένει σε μεγάλο βαθμό ριζωμένος σε παραδοσιακές μορφές", όπως αναφέρει ο Τσουκαλάς (1993:18). Ενώ, λοιπόν, σε επίπεδο τυπικών κανόνων οι μεταβολές είναι σημαντικές, στο πεδίο των άτυπων περιορισμών παρατηρείται μία σχετικά ανθεκτική συνέχεια.

Η απαγκίστρωση της κοινωνίας από το κράτος και η μεταμόρφωση της σε κοινωνία πολιτών, παραμένει ζητούμενο των εκσυγχρονιστικών προσπαθειών στην πολιτική (Βερέμης και Κολιόπουλος, 2006). Η έλλειψη κοινωνικής και θεσμικής εμπιστοσύνης, η ανομία, ο μη σεβασμός του δημόσιου χώρου και η προσήλωση στις παραδοσιακές αξίες, όπως οικογένεια, τόπος καταγωγής, συντεχνιακό συμφέρον, συνεχίζουν να τροφοδοτούν τον ασύδοτο ατομικισμό εις βάρος του δημόσιου συμφέροντος. Το υποκειμενικό μοντέλο των δρώντων, προερχόμενο από την πολιτισμική ταυτότητα και διαμορφωμένο μέσα από τις ιστορικές εξελίξεις, αντικατοπτρίζεται στην εσωστρέφεια, στην προσκόλληση προς το «παλαιό» και το φόβο που γεννά η εξωστρέφεια και το «νέο».

Αναμφίβολα, η εμπειρία της οθωμανικής κατοχής άφησε το αποτύπωμα της στις εμπεδωμένες αξίες και τις κραταιές αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας. Ενώ ο 15ος αιώνας αποτέλεσε ορόσημο για τη δυτική Ευρώπη, ο ελληνικός κόσμος ήταν υπόδουλος στους Οθωμανούς Τούρκους και, ως αποτέλεσμα, η απομάκρυνση από τον Μεσαίωνα καθυστέρησε τρεις τουλάχιστον αιώνες. Όπως υπογραμμίζουν οι Βερέμης και Κολιόπουλος (2006), δεν υπήρξε «μετάβαση» από το «παλαιό» στο «νέο», όπως εκείνη που πραγματοποιήθηκε στη Δύση. Ενώ στη δυτική Ευρώπη η γλώσσα εδραιώθηκε ως το σημαντικότερο προσδιοριστικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας, η θρησκευτική πίστη και η προσήλωση στις παραδόσεις της χριστιανικής Ανατολής, τόσο πριν όσο και μετά την Άλωση, καθόρισαν την ταυτότητα των Ελλήνων. 

Η φαυλότητα της οθωμανικής εξουσίας, σε συνδυασμό με την εξασθένηση του κύρους των νόμων, διαμόρφωσαν τον πυρήνα των αξιών της ελληνικής κοινωνίας και οδήγησαν σε εχθρικές νοοτροπίες απέναντι στο κράτος και την εκάστοτε εξουσία, χαρακτηριστικά που εξακολουθούν να υφίσταται μέχρι σήμερα (Clogg, 1992). Προκειμένου να προστατευτούν από τις αυθαιρεσίες της διοίκησης, οι υπόδουλοι αναζητούσαν την προστασία των υψηλά ιστάμενων πατρόνων, οι οποίοι έπαιζαν το ρόλο του διαμεσολαβητή σε εκείνους που κατείχαν ισχυρές θέσεις εξουσίας (Όπ.παρ.). Η πρακτική των πελατειακών σχέσεων, η οποία βέβαια δεν γινόταν με το αζημίωτο, συνέχισε να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο και στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Υπό αυτό το πρίσμα, η ευρύτερη οικογένεια αποτέλεσε τη μόνη σταθερά και υπήρχε μεγάλη δυσπιστία απέναντι όσων βρίσκονταν εκτός πλαισίου.

Οι πρώιμες προσπάθειες για τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους ανέδειξαν και το χάσμα, που προϋπήρχε στα ανώτερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, ανάμεσα στους δυτικόφρονες από τη μία μεριά και τους προύχοντες και στρατιωτικούς από την άλλη. Οι πρώτοι ήθελαν το νέο κράτος να οικοδομηθεί σύμφωνα με τα φιλελεύθερα ευρωπαϊκά πρότυπα, ενώ οι δεύτεροι επεδίωκαν να διευρύνουν τα παλαιά τους προνόμια, μέσω της κρατικής εξουσίας, και να κατοχυρώσουν τα κεκτημένα (Βερέμης και Κολιόπουλος, 2006). Συνεπώς, στις δύο σχεδόν πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους κυριάρχησαν οι εσωτερικές έριδες και διαμάχες για την οργάνωση της κρατικής εξουσίας, με κορυφαίο γεγονός τη δολοφονία του Καποδίστρια στις 9 Οκτωβρίου 1831.

Οι πρώτες κυβερνήσεις ήρθαν αντιμέτωπες με δύο κύρια προβλήματα. Πρώτο, η συγκρότηση και λειτουργία του κράτους δεν ήταν εύκολη υπόθεση, καθώς η δημιουργία αίσθησης νομιμότητας έπρεπε να υπερνικήσει την παραδοσιακή αφοσίωση στην οικογένεια, το χωριό και τον τόπο καταγωγής (Clogg, 1992). Δεύτερο, η αρχική προσπάθεια επιβολής μιας ορθολογικής κεντρικής εξουσίας, με απολυταρχικά χαρακτηριστικά (Καποδίστριας, Αντιβασιλεία, Όθωνας), ερχόταν αντιμέτωπη με τη μεγάλη αντίδραση των τοπικών προυχόντων (Χαραλάμπης, 1989).

 Προκειμένου να κατευναστούν οι αντιδράσεις των προεστών ενάντια στο συγκεντρωτικό κράτος, προέκυψε ένας "ιστορικός συμβιβασμός" (Καιρίδης, 1997:253, σε Allison και Νικολαϊδη).

Καθώς, λοιπόν, το κράτος μεγάλωνε, στελεχωνόταν από τα πελατειακά δίκτυα των τοπικών ελίτ, οι οποίες αντάλλασσαν την πίστη τους στο στέμμα με τα προνόμια που αποκτούσαν στον επεκτεινόμενο κρατικό μηχανισμό. Όπως υπογραμμίζει ο Καιρίδης (Όπ.παρ.), "εύνοια και πελατειοκρατία ήταν το τίμημα που πλήρωσε η Ελλάδα για την εγκαθίδρυση εθνικού, ενιαίου κράτους".  

3ο μέρος - Σε νέο σταυροδρόμι;




Κάνε το δικό σου σχόλιο

Όνομα
Email (δεν θα εμφανίζεται)
Σχόλια (δεν θα δημοσιεύονται σχόλια με διευθύνσεις προς άλλους ιστότοπους)
* Η συμπλήρωση όλων των πεδίων της φόρμας είναι υποχρεωτική.
3D ΕΠΕ Τέντες Αιδηψού - Σάκης Μοσχόπουλος

Αρχή της σελίδας