Ειδήσεις - νέα από την Χαλκίδα και την Εύβοια | Eviaportal.gr
Το Eviaportal αναδημοσιεύει το 3ο μέρος του άρθρου του Γιάννη Μανώλη στο περιοδικό Foreign Affairs για την κρίση σε Ιταλία και Ελλάδα.
Γιάννης Μανώλης
Γιάννης Μανώλης

Σε συνέχεια του δεύτερου άρθρου για την κρίση εμπιστοσύνης σε Ελλάδα και Ιταλία με θέμα "Ελλάδα - Ιταλία, δύο χώρες με βαθιά κοινωνικές συνήθειες" αναδημοσιεύουμε το 3ο μέρος "Σε νέο σταυροδρόμι;"

Η βαυαρική περίοδος εισήγαγε δυτικούς νομικούς και διοικητικούς θεσμούς στη χώρα, που προέρχονταν κυρίως από τη Γαλλία και αποτέλεσαν τη βάση του νέου κράτους (Βερέμης και Κολιόπουλος, 2006).

Ωστόσο, η μεταφύτευση δυτικών προτύπων στην ελληνική περίπτωση προκάλεσε σοβαρά προβλήματα, καθώς απευθύνονταν σε μία κοινωνία με διαφορετικά βιώματα, ήθη και παραδόσεις. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Clogg (1992:52), "εισήγαγαν ποινικούς και αστικούς κώδικες που αντανακλούσαν τις παραδόσεις του ρωμαϊκού δικαίου της ηπειρωτικής Ευρώπης, και δεν έλαβαν παρά ελάχιστα υπόψη τους το υφιστάμενο εθιμικό δίκαιο". Δημιουργήθηκε, συνεπώς, εξ' αρχής μία μεγάλη αντίφαση ανάμεσα στους επίσημους κανόνες και στις ανεπίσημες πρακτικές, οι οποίες είχαν τις ρίζες τους στην ανατολίτικη παράδοση των χαλαρών κανόνων και της εξαγοράς των μεσαζόντων.

Η διακυβέρνηση της Αντιβασιλείας και, εν συνεχεία, του Όθωνα προκαλούσε δυσαρέσκεια στην ελληνική κοινωνία, η οποία εντάθηκε ακόμη περισσότερο με την άρνηση του νέου βασιλιά να παραχωρήσει σύνταγμα. Κατόπιν του κινήματος της 3ης Σεπτεμβρίου, ο Όθωνας ανέθεσε την κατάρτιση συντάγματος σε μία συντακτική συνέλευση. Το Σύνταγμα του 1844 εμπεριείχε τα βασικά χαρακτηριστικά της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και παραχωρούσε το δικαίωμα καθολικής ψηφοφορίας στους άνδρες.

Η εισαγωγή αρχών, βασισμένων σε συνταγματικά πολιτεύματα δυτικού τύπου, σε μία κοινωνία με πολύ διαφορετικές εμπειρίες από εκείνες των βιομηχανικών κοινωνιών της Δύσης, δημιούργησε πολλά προβλήματα.

Όπως άλλωστε και σε άλλες χώρες των Βαλκανίων και της Λατινικής Αμερικής, οι οποίες σύμφωνα με τον Μουζέλη (1987) ορίζονται ως χώρες της "κοινοβουλευτικής ημιπεριφέρειας", η αντίφαση και η ένταση ανάμεσα στις δημοκρατικές αρχές και στις παραδοσιακές αντιλήψεις και πρακτικές διαστρέβλωσαν τις λειτουργίες και επηρέασαν την εξέλιξη των επίσημων κανόνων, προσαρμόζοντας τους στις ανεπίσημες πρακτικές.

Οι πρώιμοι κοινοβουλευτικοί θεσμοί δεν οικοδομήθηκαν έτσι ώστε να εξασφαλίσουν την ευρεία και ανεξάρτητη ενσωμάτωση του λαού στην πολιτική, αλλά βασίστηκαν σε ένα αυταρχικό κράτος, το οποίο ελεγχόταν από ένα μικρό αριθμό ισχυρών οικογενειών (Μουζέλης, 1987). Πρόκειται, ουσιαστικά, για ένα "μονοσήμαντο μηχανισμό κυριαρχίας", μέσω του οποίου οι προύχοντες επέβαλαν την πολιτική και κοινωνική τους κυριαρχία στο νεοελληνικό κράτος, με κινητήρια δύναμη τις πελατειακές σχέσεις (Χαραλάμπης, 1989). Ενώ, λοιπόν, στη Δύση η φιλελεύθερη δημοκρατία βασίστηκε στις θεμελιώδεις αρχές του κοινωνικού συμβολαίου, στην Ελλάδα ο κοινοβουλευτισμός αποτέλεσε το μέσο που οδήγησε στην επικράτηση των προεστών.

Το πρώιμο κοινοβουλευτικό καθεστώς και η καθυστερημένη εκβιομηχάνιση προκαθόρισαν τις μετέπειτα κοινωνικές, πολιτικές και θεσμικές εξελίξεις. Η ανάλυση του Μουζέλη (1987), εστιάζει σε δύο κρίσιμες καμπές: α) στην αποδυνάμωση του ολιγαρχικού κοινοβουλευτισμού στις αρχές του 20ου αιώνα, που οδήγησε σε ένα σημαντικό άνοιγμα του πολιτικού συστήματος, και β) στην επιβολή στρατιωτικών δικτατοριών στη μεταπολεμική περίοδο, που επεδίωξαν να κρατήσουν τις μάζες έξω από την ενεργή πολιτική και προσπάθησαν να κλείσουν το σύστημα.

Αναφορικά με την πρώτη καμπή, ο Βενιζέλος επέκρινε έντονα τη φαυλοκρατία και τον ηθικό εκφυλισμό του παλαιοκομματισμού, αλλά στην πράξη δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στο όραμα του αλυτρωτισμού, της Μεγάλης Ιδέας, παρά στις κοινωνικές ανισότητες και αδικίες (Όπ.παρ.). Το σύστημα συνέχισε να μην ευνοεί την οριζόντια κοινωνική ενσωμάτωση, κάτι που στηριζόταν αποκλειστικά στο πελατειακό σύστημα μέσω ενός υπερτροφικού κράτους.

Εν συνεχεία, οι διαλυτικές παρεμβάσεις του στέμματος και του στρατού, με αποκορύφωμα την επταετή δικτατορία, οδήγησαν σε ακόμη μεγαλύτερες περιπέτειες και άφησαν μια ιδιαίτερα αρνητική κληρονομιά. Σύμφωνα με τον Χαραλάμπη (1989), οι επιπτώσεις της στρατιωτικής δικτατορίας οδήγησαν στην αδυναμία εκσυγχρονισμού του πολιτικού συστήματος και στην έξαρση του λαϊκισμού. Επιπλέον, μεγάλο μέρος των πολιτών συνέχισε να είναι καχύποπτο προς το κράτος και τους μηχανισμούς του.

Η Γ' Ελληνική Δημοκρατία αποτελεί, για αρκετούς ερευνητές (Αλιβιζάτος 1983; Μάνεσης, 1986; Χαραλάμπης,1989), την πρώτη ουσιαστική εγκαθίδρυση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα. Η μετάβαση του 1974 σηματοδοτεί το τυπικό τέλος του Εμφυλίου και την ενσωμάτωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού στο πολιτικό σύστημα.

Η άρτια εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία, με τη διαδοχή της ΝΔ από το ΠΑΣΟΚ το 1981, επικύρωσε τυπικά τον εκδημοκρατισμό του συστήματος. Την ίδια περίοδο, η χώρα εισήλθε στους κόλπους της ΕΟΚ, "γεγονός που επηρέασε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο την ελληνική μεταπολεμική οικονομία και κοινωνία" (Βερέμης και Κολιόπουλος, 2006:458). Ωστόσο, παρά την πρόοδο που σημειώθηκε προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών θεσμών, οι ανεπίσημοι περιορισμοί και οι κακές συνήθειες του παρελθόντος δεν εξαλείφθηκαν.

Ο λαϊκισμός και οι πελατειακές σχέσεις συνέχισαν να ακολουθούν τη δική τους λογική, ενώ οι θεσμοί κατά περιόδους απαξιώθηκαν ή χειραγωγήθηκαν σε τέτοιο βαθμό, που έχασαν τη λειτουργικότητα τους. Όταν οι ηγεσίες αγνοούσαν τόσο εξόφθαλμα τους θεσμούς, ήταν λογικό και επόμενο οι πολίτες να τους απαξιώνουν ή να μην τους εμπιστεύονται[1]. Αν κάποιος προσθέσει την εκτεταμένη διαφθορά και το φαινόμενο του «λαθρεπιβατισμού» (free riding) (Τσουκαλάς, 1993; Καζάκος, 1999; Πελαγίδης, 2005), το οποίο έχει μεγάλες διαστάσεις στην Ελλάδα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η χώρα βρίσκεται σε βαθιά θεσμική και αξιακή κρίση.  
Παρά τα θετικά βήματα, λοιπόν, προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού, η θεσμική εξέλιξη της χώρας δεν είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Οι κανόνες συνέχισαν να χειραγωγούνται από αξεπέραστες δουλείες, όπως η ταύτιση της κυβέρνησης με το κράτος, η έλλειψη σεβασμού προς το δημόσιο αγαθό, η ατιμωρησία της αυθαιρεσίας, που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν και διαιωνίζονται μέχρι σήμερα.

Η εγκαθίδρυση, συνεπώς, σύγχρονων, πλουραλιστικών και αποτελεσματικών «κανόνων του παιχνιδιού» παραμένει ζητούμενο. Ένας βασικός λόγος, ανάμεσα σε άλλους, για την αποτυχία των θεσμικών μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα είναι ότι, ο εκσυγχρονισμός δεν αναδύεται ως κύριο αίτημα της κοινωνίας, αλλά επιχειρείται μια "εκ των άνω" επιβολή, κυρίως μέσω των πιέσεων της ΕΕ.

Για πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Ιταλίας και της Ελλάδας, το ευρωπαϊκό εγχείρημα υποτίθεται ότι προσέφερε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι για την αποτίναξη αυτής της κληρονομιάς. Η Ευρωζώνη δημιουργήθηκε, εν μέρει, στη βάση της πεποίθησης ότι θα εξανάγκαζε τα κράτη - μέλη να στηρίξουν μία περισσότερο αποτελεσματική διακυβέρνηση, στηριζόμενη στο σκληρό νόμισμα, τη δημοσιονομική πειθαρχία και στο σεβασμό των κανόνων του κλαμπ.

Ωστόσο, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ιταλία, οι παραπάνω προσδοκίες διαψεύστηκαν. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι δύο κοινωνίες δεν εμπιστεύονται το πολιτικό προσωπικό, το κράτος και τους θεσμούς του. Για μεγάλο μέρος των Ιταλών, λοιπόν, ο Μπερλουσκόνι είναι το ίδιο διεφθαρμένος με τους άλλους. Όταν δε βρίσκεται στο στόχαστρο της δικαιοσύνης, για υποθέσεις φοροδιαφυγής, από θύτης γίνεται θύμα, καθώς θεωρούν ότι και οι ίδιοι θα μπορούσαν να βρίσκονται στη θέση του. Το ίδιο, λίγος έως πολύ, συμβαίνει και στην Ελλάδα. Ακούς συχνά δικαιολογίες του τύπου "ναι, η Χρυσή Αυγή είναι εγκληματική οργάνωση, αλλά και οι άλλοι εγκληματίες είναι".

Οι ηγεσίες σε Ελλάδα και Ιταλία χρειάζονται να ανακτήσουν την αξιοπιστία τους και να αποκαταστήσουν την κοινωνική και θεσμική εμπιστοσύνη, μέσω της οικοδόμησης σύγχρονων, αποτελεσματικών και αξιόπιστων θεσμών. Η παρούσα οικονομική κρίση αποτελεί μία «κρίσιμη στιγμή», περισσότερο για την Ελλάδα παρά για την Ιταλία, για τη θεσμική τους εξέλιξη. Αν η συγκεκριμένη στιγμή οδηγήσει σε «κρίσιμη συγκυρία» και σε νέα «τροχιά εξάρτησης» δεν μπορούμε να το ξέρουμε, καθώς η κρίση βρίσκεται σε εξέλιξη. Ωστόσο, η αξιολόγηση της, μέχρι τώρα, ανταπόκρισης των εθνικών δρώντων προκρίνει την υπόθεση της επαυξητικής θεσμικής αλλαγής, παρά τις ισχυρές εξωτερικές πιέσεις.

Παρά το γεγονός ότι, το κόστος της αδράνειας και της παραμονής στο υπάρχων μονοπάτι φαίνεται να είναι μεγαλύτερο από το κόστος αλλαγής παραδείγματος, οι επιδιωκόμενες θεσμικές και διοικητικές μεταρρυθμίσεις συναντούν μεγάλες κοινωνικές αντιδράσεις και οι επίδοξοι μεταρρυθμιστές αδυνατούν να οικοδομήσουν ισχυρές συμμαχίες και να προσπεράσουν γρήγορα τις αγκυλώσεις του συστήματος. Τρεις είναι οι βασικοί λόγοι αυτής της αδυναμίας: α) έλλειμμα χαρισματικής ηγεσίας σε Ελλάδα και Ευρώπη, β) αντιδράσεις από κατεστημένα και προσοδοθηρικά συμφέροντα, και γ) ένταση ανάμεσα στις επιδιωκόμενες μεταρρυθμίσεις και τις κραταιές αντιλήψεις.

[1] Αποκορύφωμα της άρνησης των "κανόνων του παιχνιδιού" αποτέλεσε η ρήση του Ανδρέα Παπανδρέου "δεν υπάρχουν άλλοι θεσμοί, μόνος θεσμός είναι ο λαός" (Χαραλάμπης, 1989:308). 




Κάνε το δικό σου σχόλιο

Όνομα
Email (δεν θα εμφανίζεται)
Σχόλια (δεν θα δημοσιεύονται σχόλια με διευθύνσεις προς άλλους ιστότοπους)
* Η συμπλήρωση όλων των πεδίων της φόρμας είναι υποχρεωτική.

Αρχή της σελίδας